
Στη ψηφιακή εποχή, η ιατρική επικοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με σύνθετες και διαρκώς μεταβαλλόμενες προκλήσεις. Από τη μία πλευρά, η εκτεταμένη πληροφοριακή ρύπανση, με τους εγγενείς κινδύνους της παραπληροφόρησης και των ψευδών ειδήσεων, υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού στην επιστημονική γνώση. Από την άλλη, η πληθώρα ψηφιακών πλατφορμών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης προσφέρει στην ιατρική και επιστημονική κοινότητα νέες δυνατότητες άμεσης επικοινωνίας με τα ευρύτερα ακροατήρια. Ωστόσο, το νέο αυτό περιβάλλον συχνά γεννά φόβο και αβεβαιότητα στους επιστήμονες ως προς τη διαχείριση της ψηφιακής τους παρουσίας και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να παρέμβουν ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο, προάγοντας τον επιστημονικό λόγο με τρόπο έγκυρο αλλά και κατανοητό.
Αυτούς τους κρίσιμους προβληματισμούς θέτουμε στο επίκεντρο της συζήτησής μας με τον Καθηγητή Οργάνωσης και Πολιτικής των ΜΜΕ στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Στέλιο Παπαθανασόπουλο, ο οποίος αναλύει πώς τα ΜΜΕ, και ιδίως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσουν ως πολύτιμοι σύμμαχοι της δημόσιας υγείας.
Συνέντευξη στην Ηλιάνα Γιαννούλη
Έχετε υποστηρίξει ότι τα μέσα επικοινωνίας γερνούν μαζί με το κοινό τους, και πράγματι βλέπουμε ότι τα ψηφιακά μέσα παίζουν σημαντικό ρόλο στην ενημέρωση των νεότερων γενιών. Παρ’ όλα αυτά, ένα μέρος της ιατρικής κοινότητας αντιμετωπίζει τα νέα ψηφιακά μέσα – και ιδιαίτερα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης- με φόβο. Κατά τη γνώμη σας, τα ψηφιακά μέσα εγκυμονούν εγγενείς κινδύνους για τη δημόσια υγεία ή το πρόβλημα αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται;
Η επιφυλακτικότητα που εκδηλώνει ένα μέρος της ιατρικής κοινότητας είναι κατανοητή, καθώς τα νέα μέσα λειτουργούν με μια λογική ταχύτητας και εντυπωσιασμού που συχνά αντιβαίνει στην επιστημονική μεθοδολογία. Ωστόσο, η στάση αυτή δεν είναι πλέον παραγωγική. Γνωρίζουμε ότι συντελείται μια δομική αλλαγή στις συνήθειες του κοινού, με τις νεότερες γενιές να ενημερώνονται σχεδόν αποκλειστικά μέσω ψηφιακών πλατφορμών.
Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη των μέσων, αλλά το «κενό πληροφορίας». Αν η τεκμηριωμένη ιατρική γνώση απουσιάζει από αυτές τις πλατφόρμες, τον χώρο καταλαμβάνει η παραπληροφόρηση και η ψευδοεπιστήμη. Εφόσον, λοιπόν, στόχος είναι η δημόσια υγεία, καθίσταται αναγκαίο η επιστημονική κοινότητα να μην αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε μη ειδικούς. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, λόγω της αλγοριθμικής τους αρχιτεκτονικής, τείνουν να προωθούν περιεχόμενο που προκαλεί συναισθηματική πόλωση ή έχει υψηλή πιθανότητα διαμοιρασμού (“virality”), συχνά εις βάρος της ακρίβειας. Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι η «δαιμονοποίηση» των μέσων, αλλά η ένταξή τους σε μια συγκροτημένη στρατηγική υπεύθυνης επιστημονικής επικοινωνίας.
Ποιοι είναι οι τρόποι με τους οποίους τα social media μπορούν να συμβάλουν θετικά στην πρόληψη και στην ενίσχυση της δημόσιας υγείας;
Πρώτον, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιτρέπουν τη μαζική διάχυση της επιστημονικής γνώσης, προσπερνώντας τα παραδοσιακά φίλτρα, κάτι που είναι κρίσιμο σε περιόδους κρίσεων. Δεύτερον, μπορούν να ενισχύσουν την κουλτούρα της πρόληψης, αρκεί η πληροφορία να προσαρμόζεται στους κώδικες του μέσου χωρίς να χάνει την επιστημονική της εγκυρότητα. Η δυνατότητα αλληλεπίδρασης μπορεί να συμβάλει στην οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης, εφόσον ο διάλογος γίνεται με όρους διαφάνειας, ενώ δύναται να οδηγήσει σε βελτιωμένη κατανόηση και αυξημένη συμμόρφωση με τις οδηγίες πρόληψης.
Τέλος, και ίσως σημαντικότερο, τα ψηφιακά μέσα αποτελούν πεδίο για την καταπολέμηση των «μύθων» και των θεωριών συνωμοσίας. Σε μια εποχή πληροφοριακής αταξίας (information disorder), οι ειδικοί μπορούν να παρεμβαίνουν διορθωτικά, προάγοντας τον ορθολογισμό. Έτσι, τα μέσα μετατρέπονται από απλοί αγωγοί πληροφορίας σε εργαλεία ενδυνάμωσης της κοινωνίας των πολιτών.
Πώς μπορεί ένας ιατρός να χτίσει αξιοπιστία και εμπιστοσύνη σε ένα περιβάλλον όπως το TikTok ή το Instagram; Είναι εύλογες οι ανησυχίες για εκλαΐκευση της επιστημονικής γνώσης ή ακόμη και για υποβάθμιση του αγαθού της υγείας, όταν αυτή εντάσσεται στη λογική της εμπορευματοποίησης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης;
Οι ανησυχίες είναι απολύτως θεμιτές και θα έλεγα αναγκαίες. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή μεταξύ της εκλαΐκευσης (popularization), που είναι επιθυμητή, και του ευτελισμού (vulgarization) της επιστήμης. Η προσαρμογή στη «γλώσσα» του TikTok ή του Instagram δεν πρέπει να σημαίνει απλούστευση που αλλοιώνει την επιστημονική αλήθεια, αλλά «μετάφραση» της επιστημονικής γνώσης σε γλώσσα κατανοητή και προσβάσιμη στο ευρύ κοινό.
Η ιδιαίτερη δυναμική των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έγκειται πρωτίστως στην αμεσότητα και στην αμφίδρομη φύση της επικοινωνίας που καθιστούν δυνατή την ανάδυση μιας διαφορετικής σχέσης μεταξύ ιατρού και ασθενών/κοινού. Η αξιοπιστία στον ψηφιακό χώρο δεν χτίζεται με όρους θεάματος ή «influencing», αλλά με τη συνέπεια, τη διαφάνεια και την παραδοχή των ορίων της γνώσης. Ο γιατρός δεν πρέπει να λειτουργεί ως «διασκεδαστής», αλλά ως φορέας κύρους που αφουγκράζεται τις κοινωνικές αγωνίες.
Όσον αφορά την εμπορευματοποίηση, αυτή είναι όντως η κυρίαρχη λογική των πλατφορμών. Ωστόσο, η υγεία είναι δημόσιο αγαθό. Η απουσία της επιστημονικής φωνής αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε πρακτικές που εμπορευματοποιούν την υγεία χωρίς επιστημονικά εχέγγυα. Η ενεργή και δεοντολογική παρουσία των ιατρών στη ψηφιακή δημόσια σφαίρα λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στην άκρατη εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης αγωνίας.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε σήμερα στη δημόσια συζήτηση γύρω από την ιατρική πληροφόρηση στα MME;
Νομίζω ότι εστιάζουμε υπερβολικά στο μέσο και όχι στο περιεχόμενο και στους φορείς του. Συχνά αντιμετωπίζουμε τα μέσα, ιδίως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είτε ως πανάκεια είτε ως απειλή, παραβλέποντας το κρίσιμο ερώτημα του ποιος παράγει την πληροφορία, με ποια επιστημονική τεκμηρίωση και με ποια ευθύνη απέναντι στο κοινό. Παράλληλα, υπάρχει η τάση να συγχέουμε την επιστημονική αβεβαιότητα με την αναξιοπιστία. Η ιατρική γνώση εξελίσσεται, αναθεωρείται και συχνά εκφράζεται με όρους πιθανοτήτων. Η επιστήμη δεν προσφέρει δόγματα, αλλά δεδομένα που εξελίσσονται. Όταν αυτή η αβεβαιότητα-η οποία είναι σύμφυτη με την εξέλιξη της έρευνας- μεταφέρεται στον δημόσιο λόγο χωρίς το κατάλληλο ερμηνευτικό πλαίσιο, τότε τείνει να εκλαμβάνεται ως αντιφατικότητα ή αναξιοπιστία, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της δυσπιστίας και τη διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την επιστημονική κοινότητα.
Το φαινόμενο αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν επικράτησε έντονη πολυφωνία εντός της επιστημονικής κοινότητας αναφορικά με τις βέλτιστες στρατηγικές διαχείρισης (όπως τα περιοριστικά μέτρα έναντι της προσέγγισης της συλλογικής ανοσίας), και ακόμη περισσότερο με την εμφάνιση των εμβολίων, όπου ο δημόσιος διάλογος συχνά αδυνατούσε να αποδώσει με σαφήνεια τη στάθμιση μεταξύ οφέλους και κινδύνου πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Τέλος, ένα ακόμη σοβαρό σφάλμα είναι ότι συζητούμε την ιατρική πληροφόρηση αποκομμένα από την ανάγκη συστηματικής καλλιέργειας του media literacy, του εγγραμματισμού στα ΜΜΕ. Σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης, όπου η ιατρική πληροφορία συνυπάρχει με φήμες, προσωπικές εμπειρίες και σκόπιμη παραπληροφόρηση, οι πολίτες συχνά αδυνατούν να αξιολογήσουν την αξιοπιστία των πηγών. Τα fake news στον τομέα της υγείας δεν αποτελούν απλώς επικοινωνιακό πρόβλημα. Συνιστούν άμεση απειλή για τη δημόσια υγεία, καθώς μπορούν να επηρεάσουν κρίσιμες αποφάσεις πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας.
Η αντιμετώπιση της εν λόγω απειλής δεν δύναται να στηριχθεί αποκλειστικά σε μηχανισμούς ελέγχου περιεχομένου ή σε πρακτικές απαγόρευσης. Αντιθέτως, προϋποθέτει συστηματική επένδυση στην εκπαίδευση τόσο των επαγγελματιών υγείας όσο και των πολιτών, με στόχο την καλλιέργεια δεξιοτήτων κριτικής πρόσληψης των ψηφιακών μέσων. Ειδικότερα, καθίσταται αναγκαία η ικανότητα αναγνώρισης αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης, η βασική κατανόηση της λειτουργίας των αλγορίθμων που επηρεάζουν και διαμορφώνουν τη ροή της πληροφορίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και η σαφής διάκριση μεταξύ επιστημονικά τεκμηριωμένης γνώσης, προσωπικής άποψης και σκόπιμης παραπλάνησης. Χωρίς αυτή τη θεμελιώδη βάση μιντιακού και επιστημονικού εγγραμματισμού, η δημόσια συζήτηση γύρω από ζητήματα υγείας παραμένει ευάλωτη στη χειραγώγηση και η επιστημονική γνώση αδυνατεί να επιτελέσει τον κοινωνικό της ρόλο.
Πιστεύετε ότι η ψηφιακή επικοινωνία θα έπρεπε να ενταχθεί στην ιατρική εκπαίδευση; Με ποιον τρόπο;
Η ψηφιακή επικοινωνία θα έπρεπε να ενταχθεί οργανικά στην ιατρική εκπαίδευση, όχι ως συμπληρωματική δεξιότητα, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης ιατρικής πρακτικής. Ο σημερινός ιατρός δεν επικοινωνεί πλέον με τους ασθενείς του μόνο στο ιατρείο του, αλλά και στον ψηφιακό δημόσιο χώρο, όπου διαμορφώνονται αντιλήψεις, στάσεις και συμπεριφορές υγείας. Σήμερα, ο ιατρός οφείλει να γνωρίζει πώς να διαχειρίζεται τη δημόσια εικόνα της επιστήμης του.
Η ένταξή της στην εκπαίδευση πρέπει να αφορά τη δεοντολογία της ψηφιακής παρουσίας και την κατανόηση του νέου οικοσυστήματος ενημέρωσης. Δεν μιλάμε για εκπαίδευση στην αυτοπροβολή, αλλά για εκπαίδευση στην κοινωνική ευθύνη της ενημέρωσης. Οι επιστήμονες έχουν πλέον τη δυνατότητα να ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας με το κοινό, χωρίς την παραδοσιακή διαμεσόλαβηση των δημοσιογράφων. Μπορούν και πρέπει να παρεμβαίνουν σε περιπτώσεις που συναντούν ένα παραπλανητικό δημοσίευμα και να αποκαθιστούν άμεσα τις όποιες ανακρίβειες.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συνεργασίες μεταξύ πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο, λειτουργώντας ως πεδία ανταλλαγής καλών πρακτικών και ως μοχλοί ανάπτυξης κοινών εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών. Μέσα από τέτοιες συνέργειες καθίσταται δυνατή όχι μόνο η συστηματική καλλιέργεια ψηφιακών δεξιοτήτων στην επιστημονική επικοινωνία, αλλά και η διασφάλιση ενός βαθμού ποιότητας στον τρόπο με τον οποίο η ιατρική γνώση μεταφέρεται στη δημόσια σφαίρα. Τα πανεπιστήμια και οι ιατρικοί σύλλογοι οφείλουν να αναλάβουν πρωτοβουλίες, ώστε οι νέοι ιατροί να μπορούν να υπερασπιστούν την επιστημονική αλήθεια στον δημόσιο χώρο, διασφαλίζοντας εν τέλει το κύρος του ιατρικού επαγγέλματος.
Κύριε Παπαθανασόπουλε, σας ευχαριστούμε για αυτή την ενημερωτική συζήτηση.
Κι εγώ σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία.













