Δεύτερη γνώμη: Πλήγμα ή ενδυνάμωση της σχέσης γιατρού-ασθενούς;

Η εμπιστοσύνη είναι η βάση πάνω στην οποία οικοδομείται η σχέση γιατρού - ασθενούς, γεγονός που προϋποθέτει την ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ τους. Η αναζήτηση δεύτερης ιατρικής γνώμης κερδίζει έδαφος διεθνώς, αν και σε μεγάλο βαθμό επηρεάζεται από την πολιτική του ισχύοντος υγειονομικού συστήματος, αλλά και από την κουλτούρα που χαρακτηρίζει τη σχέση των δύο μερών στη θεραπευτική διαδικασία.

Σε κάθε περίπτωση, οι γιατροί θα πρέπει να αντιληφθούν ότι στην εποχή της ελεύθερης διακίνησης της ιατρικής πληροφορίας, η οποία καθίσταται άμεσα προσβάσιμη με ένα κλικ στον υπολογιστή μας, η «αυθεντία» τους τελεί υπό την αίρεση της «ετυμηγορίας» του “Dr Google”, γεγονός που υπογραμμίζει την αναγκαιότητα της τεκμηρίωσης των θεραπευτικών επιλογών που συστήνουν στους ασθενείς τους, αλλά και της εκπαίδευσης των ασθενών στην αναζήτηση της έγκυρης ιατρικής πληροφορίας. Παράλληλα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι ασθενείς θα αναζητήσουν σκόπιμα δεύτερη γνώμη από κάποιον άλλο ειδικό, όταν η προτεινόμενη θεραπευτική λύση τους φαντάζει είτε εξαιρετικά κοστοβόρα, είτε προκαλεί μεγάλη ταλαιπωρία και αναστάτωση στην καθημερινή τους ρουτίνα. Αναφορικά με την ελληνική περίπτωση, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η δυσπιστία απέναντι στην ιατρική κοινότητα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στον τρόπο λειτουργίας ορισμένων ΜΜΕ, τα οποία έχοντας αναγάγει τον «κιτρινισμό» σε κυρίαρχη ιδεολογία, μεγεθύνουν προς άγραν εντυπώσεων περιπτώσεις malpractice που παρεκκλίνουν από τον κανόνα, οδηγώντας στην απαξίωση του ιατρικού επαγγέλματος αδιακρίτως.

Γιατί οι ασθενείς αναζητούν δεύτερη γνώμη;

Αρχικά, θα πρέπει να τονίσουμε ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα των ασθενών να αναζητούν δεύτερη και τρίτη γνώμη από κάποιον άλλο γιατρό για το πρόβλημά τους, καθώς είναι πλήρως δικαιολογημένη η ανησυχία και η ανασφάλεια των ασθενών που καλούνται να αποφασίσουν για μια χειρουργική επέμβαση ή μακροχρόνια θεραπεία. Όταν λοιπόν, βρίσκονται μπροστά σε μια νέα συνθήκη, που ενδέχεται να μεταβάλλει τα μέχρι τώρα δεδομένα της ζωής τους, είναι φυσιολογικό να νιώθουν την ανάγκη να μάθουν περισσότερα για την πάθησή τους, ιδίως σε περιπτώσεις που αντιμετωπίζουν μια δυσκολία στο να αποδεχθούν την κατάσταση όπως τους την παρουσίασαν ή όταν ο γιατρός τους δεν κατόρθωσε να απαντήσει επιτυχώς και ικανοποιητικά στις απορίες τους και να κατευνάσει την ανησυχία τους. Σε κάθε περίπτωση, ο ασθενής δεν θα πρέπει να νιώθει τύψεις και είναι καλό να ενημερώνει τον θεράποντα ιατρό του ότι ήδη έλαβε ή σκοπεύει να προβεί σε αναζήτηση δεύτερης γνώμης.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η υφιστάμενη κουλτούρα στο σύστημα υγείας μπορεί να λειτουργήσει είτε ενισχυτικά, είτε αποθαρρυντικά προς την κατεύθυνση της αναζήτησης δεύτερης γνώμης. Για παράδειγμα, σε σχετική μελέτη του ο Yazaki (2005, σ.157) αναφέρει πως στην Ιαπωνία οι θεράποντες ιατροί για χρόνια εκδήλωναν πατερναλιστικές συμπεριφορές, αποτρέποντας τους ασθενείς να ζητούν διευκρινίσεις και να εκφράζουν τις απορίες τους στο γιατρό, θέμα που τέθηκε προς συζήτηση στο δημόσιο διάλογο στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Στον αντίποδα, στις ΗΠΑ η αναζήτηση δεύτερης γνώμης έχει καθιερωθεί στο σύστημα υγείας από τη δεκαετία του ’80, καταγράφοντας μακροπρόθεσμα οφέλη τόσο ως προς την εξασφάλιση πόρων στο σύστημα υγείας, όσο και ως προς την εμπέδωση ενός κλίματος εμπιστοσύνης και διαφάνειας ανάμεσα στον γιατρό και τον ασθενή του (Yazaki, 2005, σσ.155-156).

Πόσο ωφέλιμη είναι η δεύτερη γνώμη;

Εξετάζοντας το πόσο ωφέλιμη μπορεί να είναι η αναζήτηση και η απόκτηση της δεύτερης ιατρικής γνώμης, τα συμπεράσματα σχετικών ερευνών είναι διφορούμενα. Σχετική μετα-ανάλυση (Continuity of care with doctors—a matter of life and death? A systematic review of continuity of care and mortality) που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «British Medical Journal» κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εκείνοι που εμπιστεύονται τον γιατρό τους έχουν χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας. Στον αντίποδα, παλαιότερη έρευνα που φέρει την υπογραφή της Mayo Clinic υποστηρίζει ότι η δεύτερη γνώμη αποδεικνύεται σε κάποιες περιπτώσεις σωτήρια. Σύμφωνα με την εν λόγω μελέτη, από τους ασθενείς που επισκέφθηκαν την Mayo Clinic για να λάβουν δεύτερη ιατρική γνώμη, το 88% έφυγε με μια νέα ή τροποποιημένη διάγνωση - αλλάζοντας το σχέδιο περίθαλψής τους και ενδεχομένως τη ζωή τους. Αντίθετα, μόνο το 12%, έλαβε επιβεβαίωση ότι η αρχική διάγνωση ήταν πλήρης και σωστή.

Πρόσφατη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα από το Ινστιτούτο Επικοινωνίας και Αλφαβητισμού στην Υγεία και στα ΜΜΕ (HIT), φανέρωσε ότι ένα ποσοστό της τάξης του 27,7% των ασθενών αναζητά και δεύτερη γνώμη. Σχολιάζοντας τα ευρήματα αυτά στο «ΟΒ», η Πρόεδρος του ΗΙΤ και Αναπλ. Καθηγήτρια Επικοινωνίας και ΜΜΕ στη Δημόσια Υγεία, στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, κ. Έφη Σίμου είχε ταχθεί υπέρ της δεύτερης γνώμης, τονίζοντας ότι αποτελεί μέσο που διασφαλίζει την υγεία των ασθενών, προστατεύοντας από τα ιατρικά λάθη. Μάλιστα μας είχε εξηγήσει πώς τα ιατρικά λάθη σε μεγάλο ποσοστό απορρέουν από την κακή επικοινωνία μεταξύ θεράποντος ιατρού και ασθενούς: «Μπορώ όμως να σας πω ότι στο κομμάτι που με αφορά, στο κομμάτι δηλαδή της επικοινωνίας, υπάρχουν πάρα πολλές μελέτες που αποδεικνύουν ότι τα ιατρικά λάθη οφείλονται σε ποσοστό 60-70% στην κακή επικοινωνία, όχι με την έννοια του τι επικοινωνεί ο γιατρός στον ασθενή, αλλά υπό την ευρύτερη έννοια της πληροφόρησης, δηλαδή λάθη που έχουν να κάνουν με τη ροή της πληροφορίας από τη στιγμή που μπαίνει ο ασθενής στο ιατρείο, λάθη κατά την λήψη του ιατρικού ιστορικού. Άρα, το ζήτημα της επικοινωνίας δεν εξαντλείται στην καλλιέργεια καλών σχέσεων με τους ασθενείς μας, είναι ένα θέμα ουσίας που μπορεί να φέρει σημαντικές αλλαγές στην εξοικονόμηση πόρων και στην εξυγίανση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης» (Έφη Σίμου στο Οδοντιατρικό Βήμα, Τεύχος 128).

Διαβάστε στο τεύχος 133 του ΟΒ (πατήστε εδώ) τις τοποθετήσεις οδοντιάτρων με διαφορετικό αντικείμενο εξειδίκευσης αναφορικά με το θέμα, οι οποίοι μίλησαν στο "ΟB" για το πώς χειρίστηκαν οι ίδιοι ανάλογα περιστατικά, αλλά και για το αν η αναζήτηση β' ιατρικής γνώμης από τον ασθενή αυτομάτως οδηγεί σε μια ρήξη στη θεραπευτική σχέση ή αν υπό προϋποθέσεις μπορεί να συμβάλει στην εμπέδωση περαιτέρω κλίματος εμπιστοσύνης.