Έρευνα: Εμφυτεύματα- Ενδοδοντία...παράλληλοι ή αντίθετοι δρόμοι; Συμπεράσματα -Προβληματισμοί

Του Χρήστου Κωνσταντινίδη

Είναι γεγονός ότι οι επιστημονικές διοργανώσεις διαφόρων επιστημονικών φορέων περνούν αντίστοιχη κρίση με την ελληνική οδοντιατρική πραγματικότητα. Σε πείσμα όμως των καιρών, υπάρχουν δύο γνωστικά αντικείμενα, τα οποία η κρίση δεν «άγγιξε». Μάλιστα, αν κρίνουμε από τις επιστημονικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται στα αντικείμενα της ενδοδοντίας και των εμφυτευμάτων διαπιστώνουμε μεγάλη συμμετοχή των συνέδρων με αυξητική τάση. Στην τέταρτη κατά σειρά έρευνά του για το «Οδοντιατρικό Βήμα», ο οδοντίατρος Χρήστος Κωνσταντινίδης διερευνά τη στάση των οδοντιάτρων στο κλασικό πλέον ντιμπέιτ στην Οδοντιατρική,  ενδοδοντική θεραπεία ή εξαγωγή και τοποθέτηση εμφυτεύματος. 

Μέθοδος και Δείγμα:

Όπως και στις τρεις προηγούμενες έρευνες το εργαλείο συλλογής δεδομένων ήταν η ηλεκτρονική πλατφόρμα που εστάλη σε 600 οδοντιάτρους (τυχαία δειγματοληψία). Από τους συμμετέχοντες στην έρευνα, οι 140  απάντησαν σε όλα τα ερωτήματα και τα ερωτηματολόγια αυτά συγκεντρώθηκαν, αναλύθηκαν και στις γραμμές που ακολουθούν σας παρουσιάζουμε τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την έρευνα.

Αποτελέσματα:
Στην ερώτηση τι σας βοηθάει περισσότερο στην εξάσκηση της ενδοδοντίας, το 16,6 % των οδοντιάτρων απάντησε τα θεωρητικά σεμινάρια, το 38,1% τα hands on courses, το 12,7% το internet και τα βιβλία, ενώ το 31% θεωρεί  πιο σημαντική την αποκτηθείσα εμπειρία.

Αντίστοιχα, στο ερώτημα τι σας βοηθάει περισσότερο στην εξάσκηση της εμφυτευματολογίας, οι απαντήσεις φανέρωσαν ταυτόσημα αποτελέσματα με το 17,6% να απαντά τα θεωρητικά σεμινάρια, το 41,2% τα hands on courses, το 12,6%  το  internet και τα βιβλία και το 28,6%, η εμπειρία.

Στην ερώτηση αν τοποθετείτε εμφυτεύματα (χειρουργική φάση), τα αποτελέσματα έδειξαν  ότι μολονότι έχει αυξηθεί σημαντικότατα ο αριθμός των οδοντιάτρων που τοποθετούν εμφυτεύματα, μόνον το 22,9%  εξ’ αυτών αναλαμβάνουν τα πάντα, ακόμη και τα πλέον δύσκολα περιστατικά. Το 20,6% αναλαμβάνουν τα περισσότερα αλλά τα πολύ δύσκολα περιστατικά τα παραπέμπουν, ενώ το 17,6%  των οδοντιάτρων αναλαμβάνει μόνον τα εύκολα και μέτριας δυσκολίας περιστατικά. Αυτές οι δύο κατηγορίες δήλωσαν ότι τα δύσκολα τα παραπέμπουν. Το ποσοστό αυτών που δεν τοποθετούν καθόλου εμφυτεύματα έχει συρρικνωθεί στο 38,2%.

Η επόμενη ερώτηση της έρευνας αποσκοπούσε στο να ανιχνεύσει πότε ξεκίνησε η ενασχόληση των Ελλήνων οδοντιάτρων με τα εμφυτεύματα και ζητούσε από τους ερωτηθέντες να προσδιορίσουν χρονικά το πότε ξεκίνησαν να τοποθετούν χειρουργικά τα εμφυτεύματα. . Η γενιά που ξεκίνησε να ασχολείται με τα εμφυτεύματα  την περίοδο 1998-1995 σήμερα αντιπροσωπεύει μόνο το 7,2% των εμφυτευματολόγων, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας. Η επόμενη γενιά, που αντιστοιχεί χρονικά στην μεγάλη εξάπλωση των εμφυτευμάτων (1996-2002) στον ελλαδικό χώρο εκπροσωπείται στο 13,3%. Από το 2003-2009 εποχή που αντιστοιχεί και στην εποχή της οικονομικής άνθησης της Ελλάδας,  ανταποκρινόμενοι στη μεγάλη ζήτηση και την τελειότητα στην θεραπεία που επιζητούσαν τότε οι ασθενείς μας, ξεκίνησαν να ασχολείται με την τοποθέτηση των εμφυτευμάτων το 41% των σημερινών εμφυτευματολόγων.Εντυπωσιακή όμως είναι -η αντιστρόφως ανάλογη με την πορεία της οικονομίας-τεράστια άνοδος αυτών που εισήλθαν στην εμφυτευματολογία από το 2010 μέχρι το 2016,  καταλαμβάνοντας ένα ποσοστό που αγγίζει το 37,3%, το οποίο κάποιος θα το θεωρούσε λόγω της φθίνουσας οικονομίας, μη αναμενόμενο.

Στη συνέχεια της έρευνας οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν σε περίπτωση  που τοποθετούν χειρουργικά εμφυτεύματα ποιες ακτινολογικές εξετάσεις κρίνουν απαραίτητες.
Μόνον το 10% των οδοντιάτρων θεωρεί πλέον ότι η πανοραμική είναι αρκετή για να προχωρήσει κανείς στην χειρουργική φάση. Το 21,1 % πιστεύει ότι το CBCT είναι απαραίτητο και αρκεί για την χειρουργική φάση, ενώ το 68,9% πιστεύει ότι πρέπει να διαθέτουμε και CBCT και πανοραμική.

Στην ερώτηση σε τι ποσοστό είχατε αποτυχία του εμφυτεύματος σε διάστημα παρακολούθησης τουλάχιστον 5 ετών, τα αποτελέσματα μπορεί να κολακεύουν την κλινική δεινότητα του κάθε εμφυτευματολόγου, αλλά έρχονται σε αντίφαση με τα ερευνητικά δεδομένα.

Έτσι, το 31% των συμμετεχόντων απάντησε ότι είχαν 0% πρόβλημα στα εμφυτεύματα που τοποθέτησαν. Το 52,9% είχε ποσοστό αποτυχίας 1-3%.Το 14,9% είχε ποσοστό αποτυχίας 4-7% και μόλις το 1,1% ποσοστό αποτυχίας 8-10%. Στην διεθνή βιβλιογραφία το ποσοστό αποτυχίας είναι 3% και μη επιβίωσης 1,2% στα 10 χρόνια, αλλά από ιδιαίτερα εξειδικευμένους κλινικούς .
Σε  μελέτη μεταξύ γενικών οδοντιάτρων όμως φαίνεται ότι το ποσοστό απώλειας είναι 7% στα 4,2 χρόνια.

Διερευνώντας το ποσοστό αποτυχίας της ενδοδοντικής θεραπείας σε διάστημα παρακολούθησης τουλάχιστον 5 ετών, τα αποτελέσματα της έρευνας φανέρωσαν ότι για το 76,4%  των οδοντιάτρων οι αποτυχημένες ενδοδοντικές θεραπείες δεν υπερέβησαν το 10%. Το 22% των συμμετεχόντων είχε ποσοστό αποτυχίας 11-30%, το 1,6% ποσοστό αποτυχίας 30-50% και 0% άνω των 50%. Στη διεθνή βιβλιογραφία αποδεικνύεται ότι οι ενδοδοντικές θεραπείες που γίνονται από ειδικούς έχουν στατιστικά σημαντικά μικρότερα ποσοστά αποτυχίας. Φαίνεται ότι η παραδοχή, ακόμη και η διάγνωση μιας αποτυχημένης ενδοδοντικής μας θεραπείας είναι taboo και αυτό τελικά επηρεάζει αρνητικά την οδοντική υγεία του ασθενούς.

Στην ερώτηση αν παρακολουθείτε τα εμφυτευματικά περιστατικά σας άνω των 5 ετών σε τι ποσοστό διαγνώσατε περιεμφυτευματίτιδα, το 19,2% των ερωτηθέντων απάντησε 0% , το 47,5% απάντησε ότι περιεμφυτευματίτιδα  της τάξης του 1-6% εντοπίστηκε στα περιστατικά του, ενώ το 15,2% διέγνωσε περιεμφυτευματίτιδα σε ποσοστό που κυμαίνεται από 7-12%  στους θεραπευμένους ασθενείς του. Ποσοστά περιεμφυτευματίτιδας από 13-18% συνάντησε το 11,1%  των συμμετεχόντων στην έρευνα, περιεμφυτευματίτιδα σε ποσοστό 19-25% το  4% των οδοντιάτρων, ενώ το 2%  των συμμετεχόντων διέγνωσε περιεμφυτευματίδα σε ποσοστό 26-32%  και  μόνον το 1%  των  οδοντιάτρων διέγνωσε περιεμφυτευματιτιδα  άνω του 33% στα εμφυτευματικά περιστατικά του. 

Σχετικά με την κατάρτιση που έλαβαν οι οδοντίατροι πριν ξεκινήσουν την κλινική τους ενασχόληση με την χειρουργική τοποθέτηση εμφυτευμάτων μόνο το 15,1%, ξεκίνησε κατόπιν της απόκτησης επίσημου μεταπτυχιακού τίτλου ειδικότητας. Όλοι οι υπόλοιποι είτε έχουν παρακολουθήσει κάποιο μεταπτυχιακό course από τα πολυάριθμα που διοργανώνονται (51,2%), είτε ακόμη πιο εντυπωσιακό … ξεκίνησαν να ασχολούνται με τα εμφυτεύματα μέσα από συνέδρια εμφυτευμάτων (32,6%).

Στο ερώτημα αν αναλαμβάνετε όλα τα ενδοδοντικά περιστατικά των ασθενών σας, το 32,6% απάντησε ότι αναλαμβάνει ΟΛΑ τα περιστατικά, το 11,6%  δήλωσε ότι αναλαμβάνει μόνο τα εύκολα και μέτριας δυσκολίας και το 52,7% απάντησε ότι αναλαμβάνει τα περισσότερα περιστατικά, παραπέμποντας μόνο τα πολύ δύσκολα.

Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων  (62,3%)  φάνηκε να προτιμά την ενδοδοντική θεραπεία σε περίπτωση ιδιαίτερα δύσκολης και με αμφίβολη πρόγνωση ενδοδοντική θεραπεία (σε ύπαρξη επαρκούς οστικής βάσης), ενώ το  37,7% θα προέκρινε τη λύση της εξαγωγής και του εμφυτεύματος. Είναι δεδομένο ότι ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει consensus σχετικά με το αν πρέπει να διατηρήσουμε ή να εξάγουμε ένα τέτοιο δόντι.

Το βασικό κριτήριο που λαμβάνουν υπ’ όψιν τους οι οδοντίατροι πριν αποφασίσουν για την διατήρηση του δοντιού με ενδοδοντική θεραπεία ή  για την τοποθέτηση εμφυτεύματος είναι η πρόγνωση της ενδοδοντικής θεραπείας βάσει των επιστημονικών δεδομένων (74%), γεγονός που αποδεικνύει  την τάση του σύγχρονου οδοντιάτρου να αναζητά με κάθε τρόπο την διάσωση του φυσικού δοντιού. Το 6,9% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι η απόφασή τους καθορίζεται από την δυνατότητα να διεκπεραιώσουν οι ίδιοι την ενδοδοντική θεραπεία και το 19,1%  δήλωσε  ότι σημαντικότερος παράγων είναι  η γνώμη του ασθενούς.

Συμπερασματικά,  η ενδοδοντική θεραπεία αποτελεί μια βιολογική, προσιτή και τεκμηριωμένη δυνατότητα να διασώσουμε το φυσικό δόντι και θα πρέπει όσον το δυνατόν να προτιμάται, ενώ τα εμφυτεύματα είναι μια απόλυτα επιτυχημένη δυνατότητα αντικατάστασης του δοντιού, εφόσον δεν είναι δυνατόν να διασωθεί.

Αναλυτικά, μπορείτε να διαβάσετε την έρευνα στην ηλεκτρονική έκδοση του "Οδοντιατρικού Βήματος" πατώντας εδώ.